You are currently viewing Ποιος είσαι, τελικά, Σεπτέμβρη;

Ποιος είσαι, τελικά, Σεπτέμβρη;

  • Post category:Άρθρα

Ο Σεπτέμβρης με βρίσκει συχνά να σκέφτομαι την επιστροφή κι ίσως εκείνη την κάπως αμήχανη μετάβαση από έναν χρόνο σε έναν άλλον; από την παύση στον ρυθμό; από μια προσωρινή απομάκρυνση σε μια επανασύνδεση με όσα συγκροτούν την καθημερινότητά μου; Χωρίς να έχω καθαρή απάντηση, μένω με μια μικρή αγωνία, περισσότερο για την εκ νέου προσαρμογή μου στο πεδίο, στα «πρέπει» που επιστρέφουν και διεκδικούν ξανά τη θέση τους και μαζί στις όποιες απαιτήσεις ζητούν από μένα να βρω την προσωπική μου θέση στα πράγματα.

Ίσως γι’ αυτό ο Σεπτέμβρης, παρότι η χρονιά έχει ήδη διανύσει τα δύο τρίτα της, κουβαλά τόσο επίμονα την αίσθηση μιας αρχής. Περισσότερο, όμως, με ενδιαφέρει αυτός ο μήνας ως μεταίχμιο, ως ένας χρόνος ανάμεσα. Αυτό που προηγήθηκε έχει ολοκληρώσει τον κύκλο του και αυτό που ακολουθεί δεν έχει ακόμη αποκτήσει πλήρως ρυθμό και μορφή. Και μέσα σε αυτόν τον ενδιάμεσο χωροχρόνο η επιστροφή δεν είναι ποτέ ακριβώς επιστροφή στο ίδιο. Ανάμεσα στο πριν και στο μετά έχει μεσολαβήσει χρόνος. Έχουμε μεσολαβήσει εμείς.

Ίσως σε αυτόν τον ενδιάμεσο χωροχρόνο να συμβαίνουν και οι όποιες μετατοπίσεις μας. Όχι κατ’ ανάγκην μεγάλες αλλαγές ούτε αποφάσεις ζωής για μια νέα αρχή. Μικρές, σχεδόν ανεπαίσθητες μετατοπίσεις που δοκιμάζουμε, προκειμένου να βγούμε στο φως, να επιτρέψουμε στον εαυτό να αντικρίσει την ευαλωτότητα και το πλήγμα.

Αυτός ο προσωπικός τρόπος με συγκινεί κάθε φορά που παρατηρώ τον άνθρωπο να αναδύεται, σχεδόν από τα υπόγεια δωμάτια της ψυχής, με σύμμαχο τις διάφανες κι εύθραυστες ρανίδες ανθεκτικότητας κι ελπίδας, ικανές όμως να μετακινήσουν ακλόνητους ογκόλιθους παγιωμένης βεβαιότητας και ακαμψίας.

Αλλαγές που δεν έρχονται πάντα θριαμβευτικά ούτε προαναγγέλλουν την άφιξή τους. Κάποιες συντελούνται αθόρυβα, μέσα σε μια μικρή απόκλιση από το γνώριμο, σε μια διαφορετική απάντηση εκεί όπου για χρόνια υπήρχε η ίδια, σε ένα «όχι» εκεί όπου υπήρχε συμμόρφωση, σε ένα «θέλω» που επιτέλους βρίσκει τη φωνή του, σε μια στιγμή που ο φόβος παραμένει, χωρίς όμως να κυριαρχεί. Να μείνω λίγο περισσότερο εκεί όπου συνήθως φεύγω. Να φύγω από εκεί όπου έμαθα να μένω. Να ζητήσω, να διεκδικήσω. Να αρνηθώ. Να πλησιάσω. Να αντέξω να μη γνωρίζω. Να μου επιτρέψω να μην μπορώ κι ακόμη περισσότερο να αντέξω αυτή την παραδοχή.

Ίσως εκεί να βρίσκεται κι ένα κοινό σημείο συνάντησής μας: στα μικρά ανοίγματα στις βεβαιότητές μας, σε εκείνα που μας μετατοπίζουν από ταυτότητες που κάποτε μας προστάτευαν, αλλά τώρα μας στενεύουν, προς το μετέωρο ανάμεσα σε αυτό που υπήρξαμε και σε αυτό που γινόμαστε, χωρίς ακόμη να γνωρίζουμε πώς είναι αυτό.

Ίσως γιατί μετατόπιση δεν σημαίνει απαραίτητα, πρόοδος, εξέλιξη, στοχοθεσία, κατάκτηση. Και ίσως να μη χρειάζεται ο Σεπτέμβρης να γίνει ακόμη μία απαίτηση να διορθώσουμε, να οργανώσουμε ή να επανεφεύρουμε τον εαυτό μας.

Μπορεί να γίνει ο χρόνος του μεταξύ. Όπου μπορούμε, έστω για λίγο, να μη γνωρίζουμε. Να αντέχουμε αυτό που δεν έχει ακόμη απάντηση, χωρίς να βιαζόμαστε να το τακτοποιήσουμε σε κάτι γνώριμο. Να δημιουργήσουμε χώρο σε ό,τι μας ξαφνιάζει, μας δυσκολεύει, μας μετακινεί. Τουλάχιστον να το αφουγκραστούμε, πριν βιαστούμε να του δώσουμε όνομα.

Αχ, Σεπτέμβρη!